ευμοιρίτης

ευμοιρίτης
εὐμοιρίτης, ὁ (Α)
επιγρ. (για νεκρούς) μακαρίτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εύμοιρ-ος + κατάλ. -ιτης, κατ' ευφημισμό (πρβλ. μακαρίτης)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”